1.15.2017

Δύο ποιήματα του Φ. Νίτσε



ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ

Όπου κι αν βρίσκεσαι, σκάβε βαθιά!
Εκεί κάτω είναι η πηγή!
Άσε τους σκοταδιστές να ωρύονται:
«Κάτω υπάρχει μονάχα η Κόλαση!».


Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΟΥ

Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω
έμαθα να βρίσκω.
Από τότε που ένας άνεμος μου εναντιώθηκε
ταξιδεύω με όλους τους ανέμους

….
Μετάφραση: Αλέξανδρος  Αλεξάνδρου



12.02.2016

Ανδρονίκη Γωγοπούλου, Ευτοπία



Μόλις κυκλοφόρησε η, αν και πρώτη, πολύ ώριμη και μεστή ποιητική συλλογή της Ανδρονίκης Γωγοπούλου από τις Εκδόσεις Σεξπηρικόν με τον τίτλο Ευτοπία.
Ένα μικρό δείγμα της γεύσης της.


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΑΡΥΦΑΛΛΑ

Είδες πού πήγαν τον Αλέξανδρο τον Μέγα;
Την προτομή του εννοώ βεβαίως

Τι χάθηκε ο Αλέξανδρος;

Και ο Αλέξανδρος να παίζει την τυφλόμυγα
με μια κόκκινη κορδέλα
τα άπνοα μάτια να του κλείνει
Σαρκώδη μισανοιγμένα χείλη
ωραίος ωσάν θεός αρχαίος
μετρούσε στα σανίδια του θεάτρου
ηλιθιότητες μωρών ανθρώπων

Ε ρε κι εμείς κάτι ιδέες που είχαμε

Αυτοί τον ήθελαν όρθιο στο βάθρο
στρατηλάτη νικητή
να τους κοιτάζει αλαζονικά
Εμείς τον προτιμούσαμε
ομοίωμα νεκρού αγωνιστή
ανάμεσα σε κόκκινα γαρύφαλλα
Δεν είχαμε άγαλμα καταλληλότερο
να μας θυμίζει τη θυσία…


Περισσότερα για το βιβλίο διαβάστε ΕΔΩ


4.25.2016

Οι Θεές της Ελένης Λαδιά – κριτική από το περιοδικό Νέα Εστία, γράφει η Ελένη Λιντζαροπούλου

 Τα μυθολογικά αρχέτυπα της Μητέρας και της Κόρης αναβιώνουν στο τελευταίο μυθιστόρημα της Ελένης Λαδιά που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις της Εστίας. Με χειμαρρώδη, συγκινητική και πυκνή αφήγηση, η πολυβραβευμένη και πολυγραφότατη πεζογράφος μας, δημιουργεί ένα αριστούργημα λόγου, φορτισμένο και φορτωμένο από πλήθος αναμνήσεων, αναδιηγήσεων και πληροφοριών οι οποίες αποπειρώνται, και το πετυχαίνουν, να αναστήσουν εμπρός μας την Αρετή, την νεκρή μητέρα του κεντρικού προσώπου, της Έλλης, αλλά και την Ελλάδα μέσα από τους καπνούς των πολύ πρόσφατων και παλαιότερων ιστορικών της περιπετειών. Μετά τα «Άλση της Περσεφόνης», το προηγούμενο μεγάλο της Μυθιστόρημα, (Αρμός 1η έκδοση 1997 και 2η 2014), όπου Μητέρα και Κόρη ταυτίζονται εσωτερικά, σχεδόν ανεξήγητα, αναβαπτιζόμενες η μία στην αναγέννηση της άλλης ως αιώνια και αέναη αιτία ζωής, έρχονται «Οι Θεές» να επιβεβαιώσουν την «προφητεία» του πρόσφατα χαμένου ποιητή μας Ορέστη Αλεξάκη, ο οποίος έγραφε για τα «Άλση» ότι φαίνεται πως το βιβλίο συνεχίζεται πέραν του τέλους και έξω από τα όρια του, σημειώνοντας: «Πάντως η αφηγηματική δεινότητα της Λαδιά, μας παρασύρει σε τέτοιο βαθμό, ώστε παρακολουθώντας αυτές τις ιστορίες, ν’ αποξεχνιόμαστε μέσα τους, ακριβώς όπως και μέσα στην καθημερινότητά μας. Βγαίνομε και πάλι απ’ αυτές, όπως μέσα από ένα όνειρο. Στο τέλος του οποίου κρατάμε τη θαμπή εικόνα ενός δάσους, όπου οι τέσσερις μασκοφόροι συμποσιάζονται. Πρόκειται για μια «εισαγωγή στην Εορτή», κατά την οποία συντελείται η απόρριψη των προσωπίδων και η αποκάλυψη των προσώπων. Μια εισαγωγή που ανοίγει το δρόμο για την κυρίως Εορτή. Η οποία όμως συνεχίζεται προφανώς, έξω από τα όρια του βιβλίου, δηλ. πέραν του τέλους. Όπου, εκτός από τις προσωπίδες, αποβάλλονται τελικώς και τα πρόσωπα. Για ν’ αποκαλυφθεί στα μάτια των εκλεκτών, το υπέρτατο Μυστικό.». Ίσως αυτή να είναι η «κυρίως Εορτή», το ολοκαίνουριο ετούτο βιβλίο το οποίο έρχεται να φανερώσει το απόσταγμα της ωριμότητας της Ελένης Λαδιά. 


Αρχικό τοπίο η Μακεδονία, που θα μπορούσε να είναι ολόκληρη η ελληνική επαρχία, και αργότερα η Αθήνα. Εσωτερική μετανάστευση, ξεριζωμός, πόλεμος, εμφύλιος, εξορίες, δυστυχία, αγωνίες και αγώνες για την πρόοδο, πίκρες, προδοσίες και προσδοκίες. Όλος ο ανθρώπινος μόχθος αποτυπωμένος παραστατικά και συμβολικά, όπως μόνο η πένα μεγάλου δημιουργού μπορεί να το κατορθώσει, και γύρω του μύθοι, θρύλοι, δοξασίες και αλήθειες βαλμένα με τέχνη περισσή στο στόμα των γηραιών Μπαμπών, ενός σπουδαίου συγγραφικού ευρήματος που κυοφόρησε η γόνιμη φαντασία της Ελένης Λαδιά, για να μπορέσει να ενθέσει λειτουργικά, πειστικά αλλά και γοητευτικά στο βιβλίο της ένα πλήθος γνώσεων ζυμωμένων με το παρελθόν αυτού του τόπου. Πολυπρόσωπη αφήγηση, ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, ρεαλισμός, ποιητική μελαγχολία, υπαρξιακές αναζητήσεις και ανάμεσά τους ο ισχυρός δεσμός της αγάπης και η δύναμη του θανάτου. Του θανάτου όμως που αμφισβητείται, που δεν είναι ακίνητος αλλά αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της αφήγησης. Αφού δεν μπορώ να σε γεννήσω με το γέρικο σώμα μου, σκέφτεται η συγγραφέας – κόρη – στην αρχή του βιβλίου, απευθυνόμενη – μέσα στην θλίψη της – στην νεκρή της μητέρα, θα σε γεννήσω με το μυαλό μου, θα σε αφηγηθώ και θα σε Αναστήσω. Γλωσσικός πλούτος, δυνατή αφήγηση, τρυφεροί μονόλογοι και πολύτιμα αισθήματα, είναι κάποια μόνον από τα στοιχεία αυτού του τελευταίου έργου της συγγραφέως που, για όσους παρακολουθούν την πορεία της, βρίσκεται στην πιο μεστή και γόνιμη περίοδο της δημιουργίας της. Στις 176 σελίδες του καλαίσθητου αυτού βιβλίου, με το εξαιρετικό εξώφυλλο το οποίο κοσμεί κολάζ της συγγραφέως με ρόδι που διαπερνά χρυσή πόρπη, το παρόν διαπλέκεται με το παρελθόν και η τριμερής διήγηση, της Μητέρας, της Κόρης και των Μπαμπών, υφαίνει ένα από τα αριστουργήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Η γλώσσα της Ελένης Λαδιά, ενώ διατηρεί την ποιότητα της αντλώντας από τις ανεξάντλητες δεξαμενές της Ελληνικής, σ’ αυτό το βιβλίο επιλέγει να είναι πιο σύμφωνη με τα μέτρα των ηρώων της. Γίνεται συχνά καθημερινή, παραμένοντας όμως πεντακάθαρη και ποικίλη, για να τιμήσει έτσι τα πρόσωπα που της δίνουν υλικό δημιουργίας. 

Κεντρικά πρόσωπα μία ηλικιωμένη ευφάνταστη κόρη η οποία φροντίζει με απόλυτη αφοσίωση την υπέργηρη μητέρα της, που, αν και πιο γήινη, διαθέτει έναν αμέτρητο ψυχικό πλούτο και μιαν ευαισθησία που την κάνει να ψιθυρίζει μελαγχολικά: «έχω μια κοσμική θλίψη», ραίνοντας την φαντασία της συγγραφέως με αξεδιάλυτους συλλογισμούς και αποκαλύπτοντάς μας μια χαρισματική και προικισμένη προσωπικότητα η οποία κληροδότησε στην κόρη της τόσα ταλέντα. Η Αρετή, σ’ αυτό το ελκυστικό, ευφυές και τρυφερό βιβλίο, αγαπήθηκε τόσο απόλυτα από την κόρη της Έλλη, σχεδόν ανάλογα με την μητρική αγάπη που της χάρισε εκείνη, ώστε – μέσω της αγάπης – έγινε αθάνατη βοηθώντας την συγγραφέα να αποτυπώσει τόσο την μεταφυσική και την αιτιότητα των ιδεών όσο και την φυσική και την πραγματικότητα των αισθημάτων. 
Η αφήγηση τελειώνει με ένα δείπνο. Σ’ αυτό παρακάθονται τρεις ακόμη γυναίκες οι οποίες έχουν ισχυρούς δεσμούς με την Ελευσίνα αλλά και με τις μητέρες τους, οι ελευσίνιες. Τρία πραγματικά πρόσωπα τα οποία γνώρισαν την αγάπη και τον πόνο, αφού και οι τρεις έχουν λατρέψει και απωλέσει το άτομο που για κείνες είναι ιερό, την μητέρα τους. Συμβολικά τις συνδέει σε αυτή τους την συνάντηση η Αρετή, η οποία, στο τέλος του βιβλίου, μεταβάλλεται σε σύμβολο, στην Μητέρα όλων. Μητέρα και Κόρη, Κόρη και Μητέρα, σε έναν άρρηκτο και μυστηριακό κύκλο ζωής και αιωνιότητας. Σε έναν μυστικό δείπνο στον οποίο είμαστε καλεσμένοι όλοι. Όχι μόνον οι ελευσίνιοι, αλλά και οι μύστες της γραφής και των αισθημάτων

1.16.2016

ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ



CURRICULUM VITAE

«Το μοναδικό και μηδενικό culluri της ζωής μου
Κι όχι όποιο κι όποιο, Θεσσαλονίκης ας πούμε,
Αλλά ζυμωμένο με τα χεράκια μου νόστιμο και
Τραγανό, με ζύμη curu!»

Μην με κοιτάτε με μισό μάτι δεν λέω ψέματα
Γράφω ποιήματα από το 1955 – πώς πέρασαν
Τα χρόνια – εννιά ποιητικές συλλογές – πληγές
Και μονάχα για τις τρεις τελευταίες «Σώμα Κινδύνου», «Έρημα»
και «Χρονοσυλλέκτης» δεν πλήρωσα
Ας είναι καλά ο Χαρμάνης του «Ύψιλον» περιττό
Να σας αναφέρω ότι τα ποιήματά μου δεν
Βραβεύτηκαν και κυρίως δεν μεταφράστηκαν
Ευτυχώς το πιθανότερο θα ‘ταν να καταντήσουν
Ξένα και να κάνουν πως δεν με γνωρίζουν
Μονάχα – όπως με πληροφόρησε ο Τσάκαλος του
«Ναυτίλου» το πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ
Ενδιαφέρθηκε για την «Δοντάγρια» προφανώς
Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ότι δεν παίζω
Καν μπριτζ! Προσκυνώ σας.   


ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ
ΟΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΠΛΗΓΕΣ
ΥΨΙΛΟΝ/ΒΙΒΛΙΑ - 2015


 Λεπτή ειρωνεία ή πίκρα, το «βιογραφικό σημείωμα» του Τάσου Πορφύρη αναδεικνύει όσα γνωρίζουμε για κείνον μέσα από την ποίησή του αλλά και από κάποιες γνώμες ομοτέχνων, από δω κι από κει, που επιβεβαιώνουν την αμηχανία πολλών μπροστά στο ηθικό μέγεθος ενός ανθρώπου που δεν είναι «των συναφειών και των συνάξεων».

Σημειώνοντας άλλη μια φορά την αγάπη μου στην ποίησή του καταθέτω εδώ, ελάχιστο αντίδωρο, το ποίημα το χαρισμένο σ’ εκείνον από την συλλογή μου «Η Εποχή των Λέξεων», Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2015.

Δεν τον γνώριζα όταν το έγραψα, ούτε και τώρα τον γνωρίζω, πρέπει να το πω εδώ. Του έστειλα το βιβλίο με χαρά, περισσότερο ως ένδειξη σεβασμού στην γραφή και την στάση ζωής του. Το βράδυ της ίδιας μέρας που το έλαβε με πήρε τηλέφωνο. Κρατάω την αίσθηση αυτού του τηλεφωνήματος ως πολύτιμη μνήμη ευγένειας και γενναιοδωρίας. Σήμερα είχα την χαρά να λάβω το νέο του βιβλίο το οποίο περιέχει πολλά ποιήματα για να «σταθούμε» και να συζητήσουμε αλλά και ποιήματα για τους ποιητές και την ποιητική. Μια συνομιλία με τους ομότεχνους όχι υπόγεια, όπως συχνά συμβαίνει με την ποίηση, αλλά ξεκάθαρη και ευθεία. Στίχοι που μας κάνουν ν’ αναρωτηθούμε κι αυτό είναι πάντα καλό.    

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΣΟΥ ΠΟΙΗΣΗ
 Στον Ποιητή Τάσο Πορφύρη

Με στιγμάτισε αυτός σου ο στίχος
Ήρθε σε μια στιγμή που δεν μπορούσα να γράψω λέξη
Κι έτσι καθώς τον διάβαζα και τον ξαναδιάβαζα
Θαμπωμένη από το μέγεθος μες το μικρόν
Ένοιωσα ότι εμείς τυχαίως γράφουμε
Και πολλοί από μας θα αποθάνουμε τυχαίως
Μα εσένα η ποίησή σου αντέχει 
Κόντρα σ’ εκείνη των συναφειών και των συνάξεων
Να λοιπόν που έχει την δύναμή του το καλό
Κι ας λένε

Ελένη Λιντζαροπούλου